Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Αιώνιος Πρόμαχος

"Παρακολουθούσα τον κόσμο να γυρίζει και είδα τους κατοίκους να τρέχουν στην επιφάνειά του σαν μυρμήγκια πάνω σε λόφο, σαν σκαθάρια σ’ ένα σωρό κοπριάς. Τους είδα να πολεμάν και να καταστρέφουν, να κάνουν ειρήνη και να χτίζουν, για να σωριάσουν σε ερείπια αυτά τα κτίρια, κατά τη διάρκεια ενός άλλου αναπόφευκτου πολέμου. Και μου φάνηκε πως αυτά τα όντα είχαν εξελιχθεί ελάχιστα απ’ την κτηνώδη κατάσταση και μια παραξενιά του πεπρωμένου τους τα είχε καταδικάσει να επαναλαμβάνουν, πάλι και πάλι, τα ίδια λάθη. Και συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε ελπίδα γι' αυτά -αυτά τα ατελή πλάσματα, αυτά τα όντα που ήταν κάτι ανάμεσα στο ζώο και τους Θεούς- το πεπρωμένο τους, όπως και το δικό μου, ήταν να παλεύουν αδιάκοπα, να προσπαθούν με κόπο και αδιάκοπα ν’ αποτυχαίνουν να βρουν την ολοκλήρωση. Τα παράδοξα που υπήρχαν σε μένα, υπήρχαν και σ' ολόκληρη τη φυλή. Τα προβλήματα στα οποία δεν μπορούσα να βρω λύση, στην πραγματικότητα δεν είχαν λύση. Λεν υπήρχε λόγος να ψάχνεις για κάποια απάντηση. Θα μπορούσε κανείς να δεχτεί αυτό που υπήρχε ή να το απορρίψει, ανάλογα με το τι τον βόλευε. Πάντα θα ήταν το ίδιο. Ω, υπήρχαν τόσο πολλά για να τους αγαπήσεις και τίποτε απολύτως για να τους μισήσεις. Πώς μπορούσες να τους μισήσεις, όταν τα λάθη τους ήταν αποτέλεσμα της παραξενιάς του πεπρωμένου που τους είχε κάνει μισά όντα; Μισότυφλα, μισόκουφα, μισόχαζα..."
M. Moorcock 
("Ο Αιώνιος Πρόμαχος")

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Στις αποφάσεις της ζωής


"Ήρωας δεν είναι εκείνος που δε φοβάται, που δεν πικραίνεται. Είναι εκείνος που φοβάται και πικραίνεται το ίδιο με τον καθένα μας, ίσως και περισσότερο –γιατί όσο γενναιότερος τόσο πιο ευαίσθητος– αλλά ο φόβος δεν μεταλλάσσει τις αποφάσεις της καθαρής του καρδιάς, δεν επηρεάζει τις επιλογές του ωριμότερου νου του."
Μάρω Βαμβουνάκη

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Κορύφωση.

"Ο ουρανός (Dyaus) είναι ο πατέρας μου. Ο δημιουργός μου. Αυτή είναι η συγγένειά μου. Αυτή η μεγάλη Γη είναι η μητέρα μου. Αυτή είναι η κοντινή μου οικογένεια. Τα υψηλότερα σημεία είναι η μήτρα της. Εκεί στο κέντρο της ο πατέρας γονιμοποίησε την δημιουργία του, σε αυτή που είναι συνάμα σύζυγος και θυγατέρα του."


Αυτοί οι πανάρχαιοι στοίχοι από τις Βέδες που ψέλνονταν πριν χιλιάδες χρόνια μπροστά στην ιερή φωτιά και απεικονίζονται στο σύμβολό μας, περιέχουν μία βαθιά συνείδηση του μυστικού της διπλής καταγωγής της ανθρωπότητας: Ο θείος χαρακτήρας του ανθρώπου είναι προγενέστερος από την Γη, η καταγωγή της ψυχής του είναι ουράνια, αλλά το σώμα του είναι το προϊόν των γήινων στοιχείων, γονιμοποιημένων από μία κοσμική ουσία. Ο θαυμάσιος αυτός εναγκαλισμός του ουρανού και της μητέρας γης, σημαίνει στην γλώσσα των μυστηρίων, τις βροχές των ψυχών ή πνευματικών σπερμάτων που εισβάλλουν όπως σε ένα ωάριο για να το γονιμοποιήσουν. Συμβολίζουν επίσης τις οργανωτικές αρχές, ήδη προϋπάρχουσες εν σπέρματι, χωρίς τις οποίες η ύλη θα ήταν αδρανής, άμορφη και χωρίς εξέλιξη. Τα υψηλότερα σημεία της γης, που οι Βέδες ονομάζουν "μήτρα της", είναι συμβολικά, οι κοιτίδες των ανθρωπίνων φυλών, το σημείο που η γη αγγίζει τον ουρανό και συμβαίνει μία συμφωνία η οποία γεννά ζωή.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Οι μεγάλες συνειδήσεις είναι ορεσίβιες.


"Οι κορυφές των βουνών χαρακτηρίζονται από το ύψος τους και όχι από την ύλη τους. Η ύλη μεταφέρεται στην πεδιάδα, το ύψος όχι. Το ερώτημα "Γιατί να υπάρχει ο κόσμος" σημαδεύει προς κορυφαίες συνειδητοποιήσεις. Γι’ αυτό και η κατάκτηση του ισοδυναμεί με κατάκτηση απρόσιτης κορυφής.
Ο λόγος παρατάσσει αναγκαίως τις προτάσεις του, που στην πεδινή συνείδηση φαίνονται δρόμος πεδινός. Και όμως μια εγρήγορη και προβληματισμένη συνείδηση βλέπει μέσα από τον παρατακτικό λόγο τις εξάρσεις και τους γκρεμούς, τα προσιτά και τα απρόσιτα.
Οι μεγάλες συνειδήσεις είναι ορεσίβιες. Διότι το αληθές τοπίο της υπάρξεως είναι ορεινό!"
Μάρτιν Χάιντεγκερ
("Εισαγωγή στη Μεταφυσική")

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Σοπέν, ο κορυφαίος του ρομαντισμού


Ο Φρίντερικ Σοπέν γεννήθηκε κοντά στη Βαρσοβίας την 1η Μαρτίου 1810. Ο πατέρας του, ήταν γάλλος εμιγκρέ, που εργαζόταν ως παιδαγωγός σε μια αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του Νικολά είχε αποκτήσει πολωνική συνείδηση, αφού είχε λάβει μέρος στην εξέγερση του 1794 κατά των Πρώσων και των Ρώσων, που πάντα εποφθαλμιούσαν τα εδάφη της Πολωνίας.
Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική, όταν προσπαθούσε να αναπλάσει αυτά που έπαιζαν στο πιάνο η μητέρα του και η μεγάλη αδελφή του. Το 1817 άρχισε μαθήματα πιάνου και τον επόμενο χρόνο (1818) έδωσε το πρώτο του κοντσέρτο για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Εν τω μεταξύ, είχε συνθέσει το πρώτο του έργο, μια «Πολωνέζα σε σολ ελάσσονα» και μέχρι τα δεκάξι του χρόνια το συνθετικό έργο είχε εμπλουτιστεί με άλλες πολωνέζες, μαζούρκες, παραλλαγές, σκωτικούς χορούς (ecossaises) κι ένα ρόντο. Η φήμη του «Σόπινεκ», όπως τον αποκαλούσε χαϊδευτικά ο Τύπος, γρήγορα εξαπλώθηκε και στη Βαρσοβία τον θεωρούσαν δεύτερο Μότσαρτ.
Το 1824 (μόλις 14 ετών), ο Φρειδερίκος παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι τον τελευταίο καιρό ένιωθε ζαλάδες και μεγάλη αδυναμία. Ο πατέρας του σκέφθηκε ότι τα συμπτώματα αυτά οφείλονταν σε υπερκόπωση, αλλά ζήτησε και τη γνώμη του γιατρού, που παρακολουθούσε την κλονισμένη υγεία της αδελφής του Αιμιλίας, η οποία έπασχε από φυματίωση. Ο γιατρός διαπίστωσε ότι δεν επρόκειτο για υπερκόπωση, αλλά για εξασθένηση του οργανισμού του νεαρού παιδιού, του οποίου η υγεία δεν ήταν ποτέ καλή. Του συνέστησε να αλλάξει τρόπο ζωής, να πάει στην εξοχή και να ακολουθήσει ειδικό διαιτολόγιο.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Οι χαώδεις διαφορές του Έλληνα με τον Ελληνοέλληνα

Από το βιβλίο του Δ. Λιαντίνη: "ΓΚΕΜΜΑ"

Ο "Ελληνοέλληνας"

Όλα καλά και περίκαλα τά 'χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τους «αρχαίους ημών πρόγονοι». Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια. Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και ταρτουφίζουμε για «τσι γενναίοι προγονοί» σαν τι;

Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού - που εσήκωνε το απάνω χείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας. Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη... Όταν είσαι μέσα στο μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά 'χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα.

Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσοφίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια: "Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και την Αθήνα;"

Η απόκριση που του δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.: "Ποια Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε", του είπανε. "Μιλάς για ίσκιους στη συννεφιά. Και για σύννεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόι;

"Κλάψε με, μάνα, κλάψε με, Και πεθαμένο γράψε με"...