Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Λέσβος: 40.000 ελαιόδεντρα αλλάζουν την ερημοποιημένη γη

Μπορεί ένα ερημοποιημένο κομμάτι γης να μετατραπεί σε ένα μικρό παράδεισο; Μπορεί κάτι τέτοιο να λειτουργήσει συμβολικά έτσι ώστε να ξαναλειτουργήσει μια «ερημοποιημένη» μικρή κοινωνία; Και τέλος όλα αυτά μαζί, μπορούν να μας διδάξουν πως ό,τι κατάστρεψε ο άνθρωπος μπορεί αν ο άνθρωπος το θελήσει να ξαναφτιαχτεί; Στα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει ο Αντώνης Τριπιντίρης. Που σε λίγα χρόνια και ξεπερνώντας πολλές δυσκολίες, μεταμόρφωσε ερημοποιημένη γη στο Σίγρι σε έναν ελαιώνα με 40.000 ελαιόδενδρα και όχι μόνο!

Με έμπνευση, όραμα, πάθος και αγάπη για τον τόπο του που χρόνια είχε στερηθεί, δημιούργησε μια καινοτόμα και ταυτόχρονα αειφόρα παραγωγική μονάδα. Παιδί Μικρασιατικών προσφύγων ο Αντώνης Τριπιντίρης, διαπίστωνε όταν το επισκέπτονταν, πως το χωριό του το Σίγρι στο δυτικότερο άκρο της Λέσβου χρόνο με το χρόνο άδειαζε. Οι κάτοικοι λιγόστευαν, οι μαθητές στο σχολειό λιγόστευαν, καμία προοπτική ανάπτυξης δεν υπήρχε. Η γη αποτέλεσμα ηφαιστειακών διεργασιών εκατομμύρια χρόνια πριν είχε εγκαταλειφτεί, η καλλιέργεια και επεξεργασία των βαλανιδιών είχε εγκαταλειφτεί, οι βαλανιδιές είχαν κοπεί για καυσόξυλα.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Επιστροφή στην κανονικότητα;


«Δεν θα υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα (σ.σ μετά την πανδημία), γιατί δεν θα είναι πλέον δυνατό να θεωρηθεί κανονικό ότι παίρνουμε αεροπλάνα σαν να ήταν ταξί, ότι χρησιμοποιούμε καταναλωτικά αγαθά κατασκευασμένα σε ασιατικές ελεύθερες ζώνες, που τα μεταφέρουμε ναυλώνοντας πλοία, νηολογημένα σε άλλες ελεύθερες ζώνες και διαχειριζόμενα από εταιρίες εγκαταστημένες σε φορολογικούς παραδείσους, για να αναγκάσουµε τους εργαζόμενους του κόσμου, καθώς και όσα κράτη δεν έχουν ήδη χάσει όλη την κοινωνική τους συνείδηση, να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Δεν µπορούμε πλέον να ανεχόμαστε μια ολιγαρχία που υποτάσσει στις επιταγές των μερισμάτων, των εταιρικών αποδόσεων και της ανάπτυξης, όλα όσα απασχολούν τις κοινωνίες, είτε αυτά είναι αµιγώς κοινωνικά, είτε πολιτιστικά, είτε επιστημονικά.»

Alain Denault
(καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ και διευθυντής προγράµµατος στο Διεθνές Ινστιτούτο Φιλοσοφίας στο Παρίσι)

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

Γκαστόν Μπασελάρ

Gaston Bachelard (1884 – 1962)

Ο Gaston Bachelard (Barsur-Aube, 27 Ιουνίου 1884 – Παρίσι, 16 Οκτωβρίου 1962) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους της παραδοσιακής τάσης, επιστημολόγος, ποιητής και πανεπιστημιακός. Σπούδασε μαθηματικά, φυσική και φιλοσοφία. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Pont-a-Mousson, στο 12ο τάγμα των Δραγώνων, από το 1905 μέχρι το 1907. Εργάστηκε στο Παρίσι ως διοικητικό στέλεχος στο Ταχυδρομείο και συγχρόνως σπούδασε μαθηματικά. Αποφοίτησε το 1912 και τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε. Από αυτόν τον γάμο γεννήθηκε μία κόρη, η Suzanne. Οκτώ χρόνια μετά έμεινε χήρος.

Σπούδασε φιλοσοφία επηρεασμένος από τη θεωρία της σχετικότητας. Πήρε το δίπλωμά του το 1920, το 1922 έγινε υφηγητής και το 1927 καθηγητής. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν και υπηρέτησε στη Σορβόννη, μέχρι το 1954, στην έδρα της Ιστορίας και της Φιλοσοφίας των Επιστημών. Το 1961 του απενεμήθη το Μέγα Βραβείο των Γραμμάτων.

Σύμφωνα με τον Μπασελάρ, η γνώση είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ λόγου και εμπειρίας. Παρόλο που ο ίδιος θα γίνει επιστημολόγος και θα αμφισβητεί τις μεθόδους και τα θεμέλια της επιστήμης, ο ίδιος επίσης θα έδινε ιδιαίτερη αφοσίωση στον τομέα της ποίησης και λογοτεχνίας και την έννοια του φανταστικού, ιδίως σε μία προσπάθεια σύνδεσης των δύο αυτών σε παραγωγικές εκφράσεις. Ως γνωστός επιστημολόγος, θα είναι ο συγγραφέας έργων προβληματισμού σχετικά με τη γνώση και την επιστημονική έρευνα. Θα εφεύρει αυτό που αναφέρεται ως «ψυχανάλυση της αντικειμενικής γνώσης».

Ο Μπασελάρ θα ανανεώσει το ζήτημα της Φαντασίας, τόσο σε φιλοσοφικό, όσο και σε λογοτεχνικό επίπεδο, καταδυόμενος σε συγγραφείς όπως ο Κόμης του Λωτρεαμόν, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Νοβάλις κ.α. και μάλιστα με μία ιδιαίτερη οπτική του συμβολισμού. Θα αμφισβητήσει τη σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και την επιστήμη, ή θέτοντάς το διαφορετικά, την σχέση ανάμεσα στην φαντασία και τον ορθολογισμό. Θα αμφισβητήσει τον Κάντ σε κάποια θεμελιώδη ζητήματα και θα πλησιάσει στον Χέγκελ ιδιαίτερα όσον αφορά την διαλεκτική ουσία του ορθολογισμού.

Το 1934 θα γράψει το σημαντικότερο ίσως έργο του, το «Le Nouvel esprit Scientifique» («Το Νέο επιστημονικό πνεύμα»). Εκεί κατάφερε να ξεπεράσει το παραδοσιακό χάσμα ανάμεσα στον εμπειρισμό και τον ορθολογισμό, συνταιριάζοντας στο κέντρο μαζί αυτές τις έννοιες, σε ένα φάσμα που τα άκρα του είναι ο Ιδεαλισμός και ο Υλισμός.